Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Παπά-Νικόλας ο Ψαριανός



Γεννήθηκα στα Ψαρρά όπου εκεί πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Το πρώτο μου επάγγελμα ήταν ψαράς, μαζί με τον πατέρα μου. Έβγαλα το δημοτικό στα Ψαρρά. Επειδή ήμουνα πολύ καλός μαθητής, ο Παπά-Πατρογιάννης, που ήρθε το 1938 στα Ψαρρά, ήθελε να με πάρει να σπουδάσω στο Κάιρο και του λέει η μάνα μου – “Να σου τον δώσω να μου τον κάνεις καλόγερο όπως είσαι εσύ;” – “Κράτα τον’ε Μαργαρώ εδώ να τον’ε κάνεις ψαρά”, κι έγινα ψαράς αφού έμεινα εδώ.
Εκτός από ψαράς έγινα και ναυτικός και ιστιοπλόος επειδή με την κατοχή το καΐκι που πηγαίναμε ταξείδια δεν είχε μηχανή και αναγκαστικά έγινα και ιστιοπλόος. Τότε εταξιδεύαμε κρυφά από το Θεό που λένε, χωρίς πυξίδα, χωρίς φανάρια, επειδή ήτανε κατοχή και απαγορευότανε αυτά, και με οδηγό το άστρο της τραμουντάνας.
Αφού επέρασε η κατοχή επήγα στρατιώτης, υπηρέτησα 34 μήνες στη διεύθυνση Αστυνομίας του Ναυστάθμου, λέμβαρχος στην βενζινάκατο της Αστυνομίας.
Όταν απολύθηκα ξαναγύρισα στο πρώτο μου επάγγελμα, ψαράς. Είχα κλίση με την εκκλησία και ήμουν λάτρης της βυζαντινής μουσικής. Μετά επειδή το επάγγελμα του αλιέως είναι όπως χαραχτηρίζει ο Δαυίδ «οι εσθίοντες αάρτον οδύνης…», έγινα ναυτικός. Εργάστηκα με τα ποντοπόρα πλοία και είχα 14 χρόνια υπηρεσίας με ελληνική σημαία. Εγύρισα σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο, γνώρισα μέρη παραδεισένια, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα να ξεχάσω αυτό τον αιματοβαμμένο βράχο.
Μετά εδραπέτευσα από ’να καράβι, και βγήκα λαθρομετανάστης στον Καναδά. Εργάστηκα εκεί ανάμησι χρόνο, και ξαναγύρισα στα Ψαρρά και ξανάρχισα την αλιεία.
Τότε δεν ξέρω πως είναι δυνατόν να το εξηγήσω, ίσως η αγάπη μου για την εκκλησία ή το κάλεσμα του Θεού, με ξεμπαρκάρισε από το καΐκι και εμπαρκάρισα με το καΐκι του Χριστού.
Έγινα παπάς. Για να γίνω όμως παπάς έπρεπε να υπογράψει συγκατάθεση η γυναίκα μου, την οποία είχα παντρευτεί το 1957 και απέκτησα μαζί της δυο παιδιά, τον Σπύρο και τη Μαργαρίτα. Έφερε αντίρρηση η παπαδιά να υπογράψει τη συγκατάθεσή της, γιατί σα ναυτικός είχα την κακιά συνήθεια και βλαστημούσα και μου το δήλωσε ρητά: -“Αν εν κόψεις την βλαστήμια, εγώ παπάς δεν υπογράφω να γίνεις”. Παρόλο που η δύναμη της συνήθειας είναι μεγάλη, εγώ, με κάποιο περιστατικό που μου έτυχε μια μέρα με μια φουρτούνα που σηκώναμε τα δίχτυα και μπερδέψανε στο βίντσι, ίσως να ήταν και δύναμη του Θεού σε κλάσμα δευτερολέπτου, αντίς να βλαστημήσω, δάγκασα τη γλώσσα μου και αιμορραγούσε όλη την μέρα, και από τότε με τη δύναμη του Θεού, δεν ξανά-βλαστήμησα. Η βλαστήμια είναι μια κακιά συνήθεια.
Τέλος αφού όλα πήγανε κατ’ ευχή, τη μια Κυριακή με πήρε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Χίου Χρυσόστομος μέσα απ’ το καΐκι, με χειροτόνησε διάκο στην Παναγιά τη Λέτσαινα και την άλλη Κυριακή στην εκκλησία των Αγίων Βικτώρων με χειροτόνησε ιερέα. Το Μάρτιο του 1971 και με έστειλε στα Ψαρρά, συγκεκριμένα Σάββατο του Λαζάρου συνεφημέριο και με τον μακαρίτη τον παπά-Δημήτρη ο οποίος με δέχτηκε με πολλή αγάπη, σα μικρότερο αδελφό, και μου έμαθε τόσα πολλά που απορούσαν όλοι πως τόσο σύντομα εκτελούσα τα καθήκοντα του ιερέα. Η αρχή ήτανε δύσκολη. Το να γίνει κανείς παπάς είναι πολύ εύκολο, το να σταθεί όμως σαν παπάς είναι ένας δρόμος ανηφορικός, γεμάτος εμπόδια. Ο Σταυρός του ιερέα είναι πολύ βαρύς και πολλές φορές ασήκωτος.
Στην αρχή πέρασα πολλές δυσκολίες, και αυτό ίσως το έκαμε ο Θεός για να με ταπεινώσει, γιατί ήμουνα περήφανος και απότομος, και στο σπαθί μου, δεν έκατσε μύγα. Έπαιρνα μισθό 1.500 δραχμές τότε και επειδή τα Ψαρρά δεν είχανε γυμνάσιο και Λύκειο αναγκάστηκα όπως όλοι για να σπουδάσω το γιό μου να τον στείλω στη Χίο, και πλήρωνα μόνο για ενοίκιο 2.500 δραχμές, αλλά ο Θεός λέει : “ουμή σε άνω, ουδ’ουμή σε εγκαταλείπω”. Τις ελεύθερές μου ώρες έμπαινα στη βάρκα και ψάρευα, ιδίως τις νύκτες, και ο Θεός τα ‘δινε με τα δυο του χέρια ούτως ώστε να έχω κάποια οικονομική άνεση.
Υπηρέτησα 32 χρόνια σαν εφημέριος στα Ψαρρά, αντιμετώπισα πολλές δυσκολίες τις οποίες με τη βοήθεια του Θεού τις ξεπέρασα όλες, το έργο μου τα’ αφήνω να το κρίνει ο κόσμος γιατί ο Θεός ξέρει την προσφορά μου. Με δοκίμασε πολλές φορές αλλά δε με εγκατέλειψε. Οχτώ χρόνια μετά τη χειροτονία μου, μου πήρε την παπαδιά μου σε ηλικία 38 χρονών, και το να είναι κανείς παπάς χωρίς πρεσβυτέρα στον ίδιο του τον τόπο είναι μεγάλο θέμα, γιατί ο ίδιος Χριστός είπε: “…ουδείς προφήτης δεκτός εν τη ιδία αυτού πατρίδα…” . Μετά τύχανε και άλλα πολλά…παντρέυτηκε η κόρη μου στην Αθήνα, και τότε ένοιωσα ορφάνια. Έμεινα τον περισσότερο καιρό μόνος, ήρθανε κι άλλα πολλά χτυπήματα μετά και τότε πλέον άρχισα να περπατώ με το κεφάλι σκυμμένο. Τέλος αποδείχθηκε ότι όλα αυτά ο Θεός τα επέτρεψε να γίνουνε από τη μεγάλη του αγάπη για μένα. Μου χάρισε τόσους φίλους, που δεν υπάρχει γωνιά στην Ελλάδα που να μην έχω φίλους και γνωστούς. Όπου και αν θα πάω πάντα με δέχονται με χαμόγελο και αγάπη.
Για εκείνο που ευχαριστώ το Θεό περισσότερο από όλα είναι που παρ’ όλες τις αμαρτίες μου με ανέχεται ακόμα στην Αγία Τράπεζα και τελώ το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Πέρασα πολλές αρρώστιες και ο Χριστός απ’ όλες με ανέστησε και ακόμη σήμερα που ζυγώνω τα 80 με αξίωσε να μπαίνω στη βάρκα να ψαρεύω, να βάζω κήπους, να πηγαίνω στο κυνήγι και το κυριότερο από όλα κάθε Κυριακή να πηγαίνω στην εκκλησία και να λαβαίνω μέρος στη Θεία Λειτουργία. Όταν ξυπνήσω το πρωί και έχω διάθεση να φάω και να εργαστώ τότε δε ζηλεύω τίποτα, δε ζητάω τίποτα- γιατί κάπου γύρω είναι ο Θεός, γιατί με αξίωσε να ξυπνήσω και να ξαναδώ το φως της ημέρας, το εύχομαι αυτό και σε όλον τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά και παρ’ όλες τις δυσκολίες μια λέξη έλεγα πάντα: “Ζή Κύριος ο Θεός”.
Εύχομαι να τον δοξάζει όλος ο κόσμος.
(Περιοδικό "Ψαριανή Μεταμόρφωσίς", 2004)



1 σχόλιο:

  1. FLAMING JUNE,η ανάρτησή σου είναι εξαίρετη.Με τέτοιο αίμα που ποτίστηκαν τα Ψαρά σύγουρα θα μείνουν αθάνατα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή